Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

"Yποχόνδριος"


 Κάθεται μόνος στην καφετέρια. Καπνίζει και πίνει

τον καφέ του παρατηρώντας τους θαμώνες του μαγαζιού.

Νιώθει ότι είναι ξεχωριστός. Άλλωστε γι’αυτό και έχει λίγους

φίλους. Πιστεύει ακράδαντα ότι είναι το κέντρο του κόσμου.

Η γύρη του λουλουδιού, γύρω απ΄την οποία περιφέρονται μέλισσες.

Όλοι και όλα του φταίνε. Άλλωστε το παρατσούκλι που κουβαλάει

δεν είναι τυχαίο. Ο «υποχόνδριος».

Οι γιατροί είναι τυχεροί, καθώς κάθε εβδομάδα επισκέπτεται αρκετούς

από αυτούς. Άλλοτε για παθολογικά αίτια, άλλοτε για καρδιολογικά.

Έχει πονόδοντο, μα και τα άκρα του σώματος δεν λογίζονται στέρεα.

Δύσκολα να πει καλό λόγο για κάποιον. Η εξέλιξη της ζωής του δεν είναι

για εκείνον αποτέλεσμα των επιλογών που έχει πραγματοποιήσει αλλά

οι καθημερινές συγκρούσεις με εχθρούς λόγω ενός σχεδίου που έχει

δρομολογηθεί από ύποπτα και σκοτεινά κέντρα αποφάσεων που

εξυφαίνονται την εξόντωση του σε όλα τα επίπεδα.

Όσο για το άλλο φύλο; To λεγόμενο ασθενές, μοιάζει ένας προπατορικός

εχθρός. Ταγμένος μισογύνης θεωρεί, ότι η αποφυγή επαφών μαζί του

είναι σωτήρια επιλογή για την διατήρηση της ανδρικής μοναδικότητας.

Όπως είναι η δική του.

"Τέλος"


 Κάθε ιστορία έχει αρχή και τέλος. Όπως οι «Ιστορίες

της πόλης». Απλοί άνθρωποι, υποβάλλονται πάντα σε

δοκιμασίες από την ζωή, ως αντίβαρο στις λίγες χαρές

που γεύονται. Συνήθως συνειδητοποιούνε την λύπη, και

γυρεύουν ένα στήριγμα για να ξαποστάσουνε και να ξεκινήσουνε

τον αγώνα τους προς την λύτρωση.

Είναι μακρινός και κακοτράχαλος ο δρόμος που διαβαίνουν.

Αλλά εάν το πιστέψουνε βαθιά μέσα τους, διαπιστώνουνε ότι αξίζει

τον κόπο. Το αντίο στους ήρωες, που γύρω από αυτούς πλέκεται ο μύθος είναι το λιγότερο που μπορείς να ευχηθείς, όταν ως

παρατηρητής δένεσαι μαζί τους. Στο επανιδείν!

"Συνάνθρωπος"


Κάθεται οκλαδόν στο πεζοδρόμιο, και απλώνει το

χέρι του για ελεημοσύνη. Είναι άστεγος και δεν γνωρίζει που

θα κοιμηθεί ή αν θα φάει κατά την διάρκεια της ημέρας.

Δώσε του μια βοήθεια, έστω μικρή. Γι’αυτόν όμως είναι σημαντική.

Μεταμορφώσου σε συνάνθρωπο. Είναι κάτι ξεχωριστό και μοναδικό.

Στην ζωή η πράξη είναι αυτή που ξεχωρίζει. Αναμφισβήτητα οι

παραλείψεις και τα εγκληματικά λάθη του κράτους είναι αναρίθμητα.

Δεν χωράει συζήτηση, πώς η σωστή διανομή του πλούτου θα μπορούσε

να μετατρέψει την κοινωνία των ρόλων σε μία όαση ισότητας.

Η πραγματικότητα όμως είναι άλλη. Ε και; Αυτή είναι η πρόκληση. Να παλεύεις

κόντρα στους άγραφους νόμους και να επιχειρείς να τους αλλάξεις. Στην κυριολεξία

να τους ξαναγράψεις. Κανείς δεν αμφιβάλλει, ότι το εγχείρημα είναι δύσκολο.

Αλλά μην το σκέπτεσαι. Εσύ θα ικανοποιηθείς σε βαθμό, που να νιώθεις αξιακά

ολοκληρωμένος. Ένας Υπεράνθρωπος που οι «μαγικές» του δυνάμεις βοηθάνε

ώστε να μειώνονται κατά ένα τα προβλήματα. Και η «ζωή» επιστρέφει την ενέργεια

που εκλύεις με μοναδικό τρόπο.

"Σε είδα"


Σε είδα να βουρκώνεις στην αγκαλιά του συζύγου σου.

Έξω απ΄το νοσοκομείο χθες το βράδυ, γύρευες μια ελπίδα

ώστε να σε συντροφέψει. Ο γιός σου στην εντατική αγωνιζόταν

μετά το τροχαίο με το αυτοκίνητο, να παραμείνει στην ζωή.

Ψηλά έστρεφες το βλέμμα προς τα αστέρια, και σου έκλεινε το

«μάτι» το πιο φωτεινό απ’ όλα.

Σου ψιθύριζε στο αυτί ένα «Κουράγιο», όπως κάθε φορά που στις

δύσκολες στιγμές της ζωής σου αποζητούσες. Από τότε που ήσουνα

μικρή εκεί δίπλα στο παράθυρο του δωματίου σου.

Σε είδα να καπνίζεις μόνος στο παγκάκι, όταν σε αποχαιρέτησε μετά το

ραντεβού. Έμοιαζε σκληρός ο χωρισμός μετά από 5 χρόνια. Κάνατε όνειρα

μαζί για το μέλλον σε εκείνο το πάρκο. Λίγες εικόνες απ΄την ευτυχία είναι οι

κύκλοι απ΄τον καπνό του τσιγάρου. Πολύ περισσότερα είναι τα λόγια που χάθηκαν

στον χρόνο. Και είναι δύσκολο να αγαπάς. Γιατί οι κοινωνικές επιταγές σου καθορίζουνε

κώδικες συμπεριφοράς. Δούναι-λαβείν, χρήματα-ευτυχία.

Είναι ώρα να επιστρέψεις στο σπίτι. Πόσο βαριά θα μοιάζουνε τα βήματα σου..

"Σε άκουσα"


 Σε άκουσα που κραύγαζες σιωπηλά. Αποζητούσες συντροφιά

μόνος στην πλατεία. Άδεια από ανθρώπους, γεμάτη από φόβους

περικύκλωνε τις αγωνίες σου δίχως οίκτο. Οι τσέπες «φώλιαζαν»

μερικά ευρώ, αρκετά ώστε να αγοράσεις ένα μπουκάλι φτηνό

αλκοόλ και την «άσπρη» δόση. Να πραγματοποιηθούν σχεδόν ανέξοδα

για λίγη ώρα τα ταξίδια σου, δίχως την συνδρομή μεταφορικού μέσου.

Την άκουσα να γελάει. Κρατούσε στην αγκαλιά το μωρό της, και καθόταν

στο μπαλκόνι του διαμερίσματος αντικρίζοντας την απεραντοσύνη της

θάλασσας.

Βίωνε την ευτυχία, τα πράσινα μάτια της να αγκαλιάζουν το γαλάζιο σε έναν

χορό χρωμάτων. Λίγες είναι οι εικόνες στην ζωή, που βαφτίζονται στην κολυμβήθρα

της εξιλέωσης. Όπως οι δύο προηγούμενες απόπειρες να αποκτήσει παιδί.

Σε άκουσα να πανηγυρίζεις το γκολ της ομάδας σου. Κρατούσες το χασκόλ, και κοίταζες

τον ουρανό με την ίδια ευκολία, όπως τον ποδοσφαιριστή που σκόραρε. Μπορεί η

εβδομάδα που προηγήθηκε να ήταν η πιο κουραστική, από άποψη εργασίας.

Η πιο δύσκολη γιατί η Μαρία ήταν θυμωμένη μαζί σου. Μια νίκη ήταν αρκετή ώστε

να νιώσεις θεός. Ανέγγιχτος από κάθε λογής προβλήματα.

"Ουρανός"


 Σηκώνω ψηλά το βλέμμα στον ουρανό. Σύννεφα οι

αναζητήσεις μου περιφέρονται ανάμεσα στο παρελθόν

και το μέλλον. Είχα όνειρα, επιθυμίες να μοιραστώ και

παγιδεύτηκα. Ανάμεσα στην θέληση και την ατολμία.

Οι άνθρωποι όταν στέκονται δίπλα σου είναι ένα αίνιγμα.

Ρίζες στις αποτυχίες φυτρώνουν, και μεγαλώνουν ωσότου

διασταυρωθούνε με την επιτυχία.

Σπόροι διασκορπίστηκαν το γέλιο και το κλάμα, η αισιοδοξία

και η απαισιοδοξία. Περπατάω κουβαλώντας στην πλάτη εμπειρίες.

Όμως ο ουρανός μου βάζει τρικλοποδιές. Αναρωτιέται που πηγαίνω

και βρέχει. Πρέπει να καλυφτώ. Αλλά λίγο πριν την σκέπη των φύλλων

κάτω απ΄τον πλάτανο ο ήλιος με κοροϊδεύει.

Θαρρείς με προτρέχει να συνεχίσω την πορεία μου, τραυματισμένος

απ΄τις ανησυχίες μου. Μέχρι την δύση είναι κοντά. Η ανατολή με φοβίζει.

Δίχως άλλο είναι μακριά.

"Μπαλόνια"


 Στιγμές ξεχωριστές βιώνει σήμερα η ψυχή του. Αυτή

η παιδική διάθεση μονομιάς, τον μάγεψε όντας ενήλικο.

Κοντοστέκεται στην πλατεία, παρέα με τον γιό του. Θαρρείς

συνομήλικοι αποφάσισαν να διοργανώσουνε παιχνίδι.

Οι δυο τους φουσκώνουνε μπαλόνια, πολύχρωμα και τα δωρίζουνε

στους περαστικούς.

Κάθε ηλικίας και διάθεσης. Πρόθεση τους είναι να διασαλευτεί

η μονοτονία. Εκείνη που πισθάγκωνα έχει περιορίσει την πρόθεση.

Καύσιμο μοιάζουνε οι ευχές, που ωθούνε σε κίνηση τα ιπτάμενα

αντικείμενα .Η απορία του αγοριού είναι εύλογη. «Γιατί μας κοιτάζουνε

όλοι; Αφού παίζουμε.»Εκείνος γελάει. Γνωρίζει καλά, ότι η ερώτηση

είναι αφοπλιστική. Δεν απαντάει. Κλείνουν μαζί τα μάτια, και σιωπούν

για λίγο. Όσο χρειάζεται δηλαδή, ώστε να φωνάξουνε «Δεν θα

μεγαλώσουμε ποτέ.»Απειλή ή αυτογνωσία;